Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hunted
01
καταδιωγμένος, κυνηγημένος
showing fear or panic as if being chased or pursued
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hunted
συγκριτικός βαθμός
more hunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a hunted look in his eyes.
Είχε ένα καταδιωκόμενο βλέμμα στα μάτια του.
Λεξικό Δέντρο
hunted
hunt



























