hunted
hunt
ˈhən
hēn
ed
əd
ēd
/hˈʌntɪd/

Ορισμός και σημασία του "hunted"στα αγγλικά

01

καταδιωγμένος, κυνηγημένος

showing fear or panic as if being chased or pursued
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hunted
συγκριτικός βαθμός
more hunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He entered the building with a hunted appearance, clearly afraid.
Μπήκε στο κτίριο με μια κυνηγημένη εμφάνιση, σαφώς φοβισμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store