hunted
hun
ˈhʌn
han
ted
tɪd
tid
haunted

Ορισμός και σημασία του "hunted"στα αγγλικά

01

καταδιωγμένος, κυνηγημένος

showing fear or panic as if being chased or pursued 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hunted
συγκριτικός βαθμός
more hunted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a hunted look in his eyes. 

Είχε ένα καταδιωκόμενο βλέμμα στα μάτια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store