Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hunker down
01
καθίζω στα γόνατα, σκύβω
sit on one's heels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
hunker
ενεστώτας
hunker down
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunkers down
ενεστώτα μετοχή
hunkering down
απλός αόριστος
hunkered down
παθητική μετοχή
hunkered down
02
επιμένω, κρατιέμαι
to hold on to one’s opinions or position, especially when confronted by unfavorable circumstances or criticism
03
καταφεύγω, κρύβομαι
take shelter



























