Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approbative
01
επικυρωτικός, επαινετικός
displaying approval or praise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most approbative
συγκριτικός βαθμός
more approbative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her approbative smile made the winner feel appreciated.
Το εγκριτικό της χαμόγελο έκανε τον νικητή να νιώσει εκτιμώμενος.
Λεξικό Δέντρο
approbative
approbate
approb



























