Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apprise
01
ενημερώνω, πληροφορώ
to notify someone about a situation, event, or information
Transitive: to apprise sb of a situation or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apprise
γ΄ ενικό πρόσωπο
apprises
ενεστώτα μετοχή
apprising
απλός αόριστος
apprised
παθητική μετοχή
apprised
Παραδείγματα
She apprised the team of the project's status.
Ενημέρωσε την ομάδα για την κατάσταση του έργου.
02
αξιολογώ, προσδιορίζω την αξία
to assess or determine the value of something
Transitive: to apprise the value of something
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The antique dealer was asked to apprize the value of the rare coin collection.
Ζητήθηκε από τον πωλητή αντίκεων να αξιολογήσει την αξία της συλλογής σπάνιων νομισμάτων.



























