humorist
hu
ˈhju:
hyoo
mo
rist
rɪst
rist
humanist
humourist

Ορισμός και σημασία του "humorist"στα αγγλικά

01

χιουμορίστας, κωμικός

someone who is known for writing or telling humorous stories or jokes about real people and events 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
humorists
Παραδείγματα
The humorist used exaggerated scenarios to poke fun at modern technology. 

Ο χιουμορίστας χρησιμοποίησε υπερβολικά σενάρια για να κοροϊδεύει τη σύγχρονη τεχνολογία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

humorist
humor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store