Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humorist
01
χιουμορίστας, κωμικός
someone who is known for writing or telling humorous stories or jokes about real people and events
Παραδείγματα
Many consider her a brilliant humorist due to her insightful and funny take on cultural trends.
Πολλοί την θεωρούν μια λαμπρή κωμικό λόγω της διορατικής και αστείας προσέγγισής της στις πολιτιστικές τάσεις.
Λεξικό Δέντρο
humorist
humor



























