Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Humidifier
01
υγραντήρας, συσκευή αύξησης υγρασίας
an appliance that increases the moisture level in a room or an entire building
Παραδείγματα
The baby ’s room has a humidifier to ensure the air stays moist and comfortable for better sleep.
Το δωμάτιο του μωρού διαθέτει απορροφητήρα υγρασίας για να διασφαλίζει ότι ο αέρας παραμένει υγρός και άνετος για καλύτερο ύπνο.
Λεξικό Δέντρο
dehumidifier
humidifier
humidify
humid



























