humidifier
Pronunciation
/hjuˈmɪdəˌfaɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "humidifier"στα αγγλικά

01

υγραντήρας, συσκευή αύξησης υγρασίας

an appliance that increases the moisture level in a room or an entire building
humidifier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humidifiers
Παραδείγματα
The baby ’s room has a humidifier to ensure the air stays moist and comfortable for better sleep.
Το δωμάτιο του μωρού διαθέτει απορροφητήρα υγρασίας για να διασφαλίζει ότι ο αέρας παραμένει υγρός και άνετος για καλύτερο ύπνο.

Λεξικό Δέντρο

dehumidifier
humidifier
humidify
humid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store