humectant
hu
hju:
hyoo
mec
ˈmɛk
mek
tant
tənt
tēnt

Ορισμός και σημασία του "humectant"στα αγγλικά

01

υγραντικό, ουσία που διατηρεί την υγρασία

a substance that helps retain moisture and prevents drying in various products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
humectants
Παραδείγματα
The hair conditioner included a humectant that helped retain moisture and reduce frizz. 

Το μαλακτικό μαλλιών περιελάμβανε ένα υγραντικό που βοήθησε στη διατήρηση της υγρασίας και στη μείωση της ξηρότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store