Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to humanize
01
εξανθρωπίζω, κάνω πιο ανθρώπινο
to make more civilized and suitable for people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
humanizes
ενεστώτα μετοχή
humanizing
απλός αόριστος
humanized
παθητική μετοχή
humanized
Παραδείγματα
The government aimed to humanize the prison system by focusing on rehabilitation over punishment.
Η κυβέρνηση στόχευε να εξανθρωπίσει το σωφρονιστικό σύστημα εστιάζοντας στην αποκατάσταση παρά στην τιμωρία.
Λεξικό Δέντρο
dehumanize
humanize
human



























