howling
how
ˈhaʊ
haw
ling
lɪng
ling
cowlingscowling

Ορισμός και σημασία του "howling"στα αγγλικά

01

εξαιρετικός, φανταστικός

exceptionally impressive or excellent 
howling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most howling
συγκριτικός βαθμός
more howling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, evaluation, performance
Παραδείγματα
The band’s performance was howling, receiving rave reviews from critics and fans alike. 

Η ερμηνεία του συγκροτήματος ήταν εξαιρετική, λαμβάνοντας θετικές κριτικές τόσο από τους κριτικούς όσο και από τους θαυμαστές.

01

ουρλιαχτό, κραυγή

the loud, prolonged cry of an animal, person, or the wind 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
howlings
Παραδείγματα
The howling of wolves echoed through the dark forest. 

Ο ουρλιαχτός των λύκων αντηχούσε στο σκοτεινό δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

howling
howl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store