Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Howitzer
01
οβίδα, κανονιού υψηλής γωνίας
a muzzle-loading high-angle gun with a short barrel that fires shells at high elevations for a short range
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
howitzers



























