housekeeper
house
ˈhaʊs
χαουσ
kee
ki:
κι
per
πα

Ορισμός και σημασία του "housekeeper"στα αγγλικά

01

οικονόμος, καθαρίστρια

a person whose job is to do the cleaning and cooking in a house or hotel 
housekeeper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
housekeepers
αρσενικό ενικό
housekeeper
θηλυκό ενικό
housekeeper
neutral form
domestic worker
Παραδείγματα
The housekeeper ensures the cleanliness and tidiness of the entire house. 

Ο οικονόμος διασφαλίζει την καθαριότητα και την τάξη ολόκληρου του σπιτιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

housekeeper
housekeep

house

+

keep

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store