Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Applique
01
εφαρμογή
a decorative design made by cutting out and stitching a different piece of fabric or material onto a larger piece to create a pattern or picture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
appliqués
to applique
01
εφαρμόζω, ράβω
to sew a decorative piece of fabric or material onto a larger piece of fabric
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
applique
γ΄ ενικό πρόσωπο
appliques
ενεστώτα μετοχή
appliqueing
απλός αόριστος
appliqued
παθητική μετοχή
appliqued



























