Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hospitalize
01
νοσηλεύω, στέλνω στο νοσοκομείο
to send someone to hospital for medical treatment
Transitive: to hospitalize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hospitalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
hospitalizes
ενεστώτα μετοχή
hospitalizing
απλός αόριστος
hospitalized
παθητική μετοχή
hospitalized
Παραδείγματα
After the accident, the injured person was immediately hospitalized for surgery.
Μετά το ατύχημα, ο τραυματίας νοσηλεύτηκε αμέσως για χειρουργείο.
Λεξικό Δέντρο
hospitalize
hospital



























