hosepipe
Pronunciation
/hˈoʊspaɪp/

Ορισμός και σημασία του "hosepipe"στα αγγλικά

01

λάστιχο, εύκαμπτος σωλήνας

a flexible pipe for conveying a liquid or gas
hosepipe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hosepipes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store