Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hosepipe
01
λάστιχο, εύκαμπτος σωλήνας
a flexible pipe for conveying a liquid or gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hosepipes
LanGeek



























