Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hose
01
σωλήνας, εύκαμπτο σωλήνα
a lengthy, flexible tube, made of plastic or rubber, often used in firefighting and gardening, that can direct the flow of water to the direction it is pointed at
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoses
02
καλσόν, γκασόν
tight-fitting garments covering the legs and feet, usually made of nylon, silk, or a similar material
03
κάλτσες, κολάν
a tight-fitting garment worn on the legs in the past
to hose
01
ποτίζω με σωλήνα, ριγγάνω με λάστιχο
water with a hose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hose
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoses
ενεστώτα μετοχή
hosing
απλός αόριστος
hosed
παθητική μετοχή
hosed



























