Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to horrify
01
τρομοκρατώ, φρικάρω
to cause intense fear, shock, or disgust in someone
Transitive: to horrify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
horrifies
ενεστώτα μετοχή
horrifying
απλός αόριστος
horrified
παθητική μετοχή
horrified
Παραδείγματα
The sight of the bloodied body horrified the first responders, who had never seen such a gruesome scene.
Η θέα του αιματωμένου σώματος τρομοκράτησε τους πρώτους responders, που δεν είχαν δει ποτέ τόσο φρικιαστική σκηνή.
Λεξικό Δέντρο
horrified
horrifying
horrify



























