to horrify
Pronunciation
/ˈhɔɹəˌfaɪ/
horrified

Ορισμός και σημασία του "horrify"στα αγγλικά

to horrify
01

τρομοκρατώ, φρικάρω

to cause intense fear, shock, or disgust in someone
Transitive: to horrify sb
to horrify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
horrifies
ενεστώτα μετοχή
horrifying
απλός αόριστος
horrified
παθητική μετοχή
horrified
Παραδείγματα
The sight of the bloodied body horrified the first responders, who had never seen such a gruesome scene.
Η θέα του αιματωμένου σώματος τρομοκράτησε τους πρώτους responders, που δεν είχαν δει ποτέ τόσο φρικιαστική σκηνή.

Λεξικό Δέντρο

horrified
horrifying
horrify
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store