horrified
ho
ˈhɒ
ho
rri
ri
fied
faɪd
faid

Ορισμός και σημασία του "horrified"στα αγγλικά

01

τρομαγμένος, σοκαρισμένος

very scared or shocked 
horrified definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most horrified
συγκριτικός βαθμός
more horrified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was horrified by the graphic images she saw on the news. 

Ήταν τρομοκρατημένη από τις γραφικές εικόνες που είδε στις ειδήσεις.

Λεξικό Δέντρο

horrified
horrify
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store