Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to applaud
01
χειροκροτώ
to clap one's hands as a sign of approval
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
applaud
γ΄ ενικό πρόσωπο
applauds
ενεστώτα μετοχή
applauding
απλός αόριστος
applauded
παθητική μετοχή
applauded
Παραδείγματα
The crowd could n't help but applaud when the skilled chef presented the beautifully plated dish.
Το πλήθος δεν μπορούσε παρά να χειροκροτήσει όταν ο επιδέξιος σεφ παρουσίασε το όμορφα διαμορφωμένο πιάτο.
02
χειροκροτώ, εκθειάζω
to show enthusiastic approval or praise for a person or their actions
Transitive: to applaud an action or quality
Παραδείγματα
The teacher applauds the student's creativity in the art competition.
Ο δάσκαλος χειροκροτεί τη δημιουργικότητα του μαθητή στο διαγωνισμό τέχνης.
Λεξικό Δέντρο
applaudable
applauder
applaud



























