hornet
Pronunciation
/ˈhɔɹnɪt/

Ορισμός και σημασία του "hornet"στα αγγλικά

01

σφήκα, μεγάλη σφήκα

a large winged insect of the wasp family that builds papery nests in trees
hornet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hornets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store