horned owl
horned
hɔ:nd
hawnd
owl
aʊl
awl

Ορισμός και σημασία του "horned owl"στα αγγλικά

01

κερασφόρος κουκουβάγια, αμερικανική μεγάλη κουκουβάγια

a large owl that has two tufts of feather near its ears and is native to the Americas 
horned owl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horned owls
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store