Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appetizing
01
ορεκτικός, δελεαστικός
(of food) looking or smelling appealing and tasty, often making one eager to eat it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most appetizing
συγκριτικός βαθμός
more appetizing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The appetizing aroma of garlic and herbs wafted from the kitchen.
Η ορεκτική μυρωδιά του σκόρδου και των βοτάνων έρχονταν από την κουζίνα.
Λεξικό Δέντρο
appetizingness
unappetizing
appetizing
appetite



























