hoover
hoo
ˈhu:
hoo
ver
hoverhooterhooferhooker

Ορισμός και σημασία του "hoover"στα αγγλικά

01

ηλεκτρική σκούπα, hoover

a brand name of a type of electric household appliance that cleans floors and carpets by sucking up dirt 
Dialectbritish flagBritish
Hoover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Hoovers
κύριο
Παραδείγματα
She used a Hoover to clean the living room carpet. 

Χρησιμοποίησε μια ηλεκτρική σκούπα Hoover για να καθαρίσει το χαλί του καθιστικού.

02

ηλεκτρική σκούπα, μηχανή καθαρισμού με αναρρόφηση

a machine used for cleaning floors and other surfaces by sucking up dirt and dust 
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
She used the hoover to clean the carpet. 

Χρησιμοποίησε την ηλεκτρική σκούπα για να καθαρίσει το χαλί.

to hoover
01

σκουπίζω με ηλεκτρική σκούπα, απορροφώ

to clean a surface by using a machine that sucks up dirt, dust, and debris 
Dialectbritish flagBritish
Transitive: to hoover a surface
to hoover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoover
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoovers
ενεστώτα μετοχή
hoovering
απλός αόριστος
hoovered
παθητική μετοχή
hoovered
Παραδείγματα
She hoovers the bedroom carpet to remove any dust and allergens. 

Αυτή σκουπίζει το χαλί του υπνοδωματίου για να αφαιρέσει σκόνη και αλλεργιογόνους παράγοντες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store