Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hoot owl
01
κουκουβάγια που κράζει, κουκουβάγια με χαρακτηριστική φωνή
any owl species known for its distinctive hooting vocalizations, often associated with owls that have a prominent or resonant call
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoot owls



























