to hoot
Pronunciation
/ˈhut/

Ορισμός και σημασία του "hoot"στα αγγλικά

to hoot
01

κουκουβάζω, κελαηδώ (σαν κουκουβάγια)

to make a deep call characteristic of an owl
Παραδείγματα
The children were fascinated by the owl's hoot, mimicking the sound as they played outside.
Τα παιδιά γοητεύτηκαν από το ουρλιαχτό της κουκουβάγιας, μιμούμενα τον ήχο καθώς έπαιζαν έξω.
01

μια δυνατή κραυγή κουκουβάγιας, κραυγή κουκουβάγιας

a loud cry that an owl makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoots
02

ασήμαντο πράγμα, αχρείαστο πράγμα

something of little value
03

σφύριγμα, γιουχάισμα

a cry or noise made to express displeasure or contempt

Λεξικό Δέντρο

hooter
hoot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store