to hoot
hoot
hut
χουτ

Ορισμός και σημασία του "hoot"στα αγγλικά

to hoot
01

κουκουβάζω, κελαηδώ (σαν κουκουβάγια)

to make a deep call characteristic of an owl 
Παραδείγματα
In the stillness of the night, we could hear the owl hoot from the treetops. 

Στην ησυχία της νύχτας, μπορούσαμε να ακούσουμε το ουρλιαχτό της κουκουβάγιας από τις κορυφές των δέντρων.

01

μια δυνατή κραυγή κουκουβάγιας, κραυγή κουκουβάγιας

a loud cry that an owl makes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoots
02

ασήμαντο πράγμα, αχρείαστο πράγμα

something of little value 
03

σφύριγμα, γιουχάισμα

a cry or noise made to express displeasure or contempt 

Λεξικό Δέντρο

hooter
hoot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store