Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoot
01
κουκουβάζω, κελαηδώ (σαν κουκουβάγια)
to make a deep call characteristic of an owl
Παραδείγματα
The children were fascinated by the owl's hoot, mimicking the sound as they played outside.
Τα παιδιά γοητεύτηκαν από το ουρλιαχτό της κουκουβάγιας, μιμούμενα τον ήχο καθώς έπαιζαν έξω.
Hoot
01
μια δυνατή κραυγή κουκουβάγιας, κραυγή κουκουβάγιας
a loud cry that an owl makes
02
ασήμαντο πράγμα, αχρείαστο πράγμα
something of little value
03
σφύριγμα, γιουχάισμα
a cry or noise made to express displeasure or contempt



























