Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
honored
01
τιμώμενος, σεβαστός
highly regarded or respected for one's achievements, qualities, or contributions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most honored
συγκριτικός βαθμός
more honored
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
recognition, status, respect
Παραδείγματα
The honored scholar received accolades for her groundbreaking research in the field.
Ο τιμώμενος λόγιος έλαβε επαίνους για την πρωτοποριακή της έρευνα στον τομέα.
02
τιμημένος, προνόμιος
feeling deeply privileged, grateful, or respected in a specific situation or by a particular recognition or gesture
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
honored
honor



























