Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
honeyed
01
μελίρρυτος, γλυκός σαν μέλι
melodious or sweet to the ear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most honeyed
συγκριτικός βαθμός
more honeyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The orchestra’s performance had a honey quality that made every note feel rich and warm.
Η παράσταση της ορχήστρας είχε μια μελιστάλαχτη ποιότητα που έκανε κάθε νότα να αισθάνεται πλούσια και ζεστή.
02
μελιστάλαχτος, με γεύση μελιού
having the sweet and rich taste or qualities of honey
Παραδείγματα
The dessert featured a honeyed drizzle over the warm apple pie, enhancing its sweetness.
Το επιδόρπιο περιλάμβανε μια μελιάτη σταγόνα πάνω από τη ζεστή μηλόπιτα, ενισχύοντας τη γλυκύτητά του.
03
μελιούχος, κυανός
having the warm yellow color of the honey
Λεξικό Δέντρο
honeyed
honey



























