to hone
hone
həʊn
hewn
fohnsownboneroan

Ορισμός και σημασία του "hone"στα αγγλικά

to hone
01

ελκυστικοποιώ, τελειοποιώ

to perfect or improve something, such as a skill or ability 
Transitive: to hone a skill or quality
to hone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hone
γ΄ ενικό πρόσωπο
hones
ενεστώτα μετοχή
honing
απλός αόριστος
honed
παθητική μετοχή
honed
Παραδείγματα
Practice and training help athletes hone their skills for peak performance. 

Η πρακτική και η προπόνηση βοηθούν τους αθλητές να ακονίζουν τις δεξιότητές τους για κορυφαία απόδοση.

02

ακονίζω, τσακίζω

to sharpen a blade or edge using a tool specifically designed for sharpening 
Transitive: to hone a blade or edge
to hone definition and meaning
Παραδείγματα
The chef regularly hones his knives to maintain their sharpness. 

Ο σεφ ακονίζει τακτικά τα μαχαίρια του για να διατηρήσει την οξύτητά τους.

01

λεπτόκοκκη λιθοτριβία, λιθοτριβία

a fine-grained whetstone used for sharpening cutting tools 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hones
Παραδείγματα
The blacksmith used a hone to sharpen his blade. 

Ο σιδηρουργός χρησιμοποίησε ένα ακόνι για να ακονίσει τη λεπίδα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store