homicide
ho
ˈhɒ
ho
mi
mi
cide
saɪd
said

Ορισμός και σημασία του "homicide"στα αγγλικά

01

ανθρωποκτονία, δολοφονία

the act of one person killing another, whether lawfully or unlawfully 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homicides
Παραδείγματα
The police investigated the homicide that occurred downtown. 

Η αστυνομία ερεύνησε τη δολοφονία που συνέβη στο κέντρο της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

homicidal
homicide
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store