Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homey
01
ζεστός, άνετος
having a feeling of home; cozy and comfortable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
homiest
συγκριτικός βαθμός
homier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
atmosphere, comfort, environment
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
homey
home



























