hometown
home
ˈhoʊm
χουμ
town
ˌtaʊn
ταουν
/hˈə‍ʊmta‍ʊn/

Ορισμός και σημασία του "hometown"στα αγγλικά

01

πατρίδα, γενέτειρα

the town or city where a person grew up or was born
Dialectamerican flagAmerican
home townbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hometowns
Παραδείγματα
I have n’t been to my hometown since last summer.
Δεν έχω πάει στην πατρίδα μου από το περασμένο καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store