Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homestead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homesteads
Παραδείγματα
The family returned to their homestead after the harvest.
Η οικογένεια επέστρεψε στο αγρόκτημά της μετά τη συγκομιδή.
02
οικογενειακή έπαυλη, πατρογονική κατοικία
a family dwelling that has been passed down through generations
Παραδείγματα
The old homestead had been in the family for over a century.
Η οικογενειακή έπαυλη ήταν στην οικογένεια για πάνω από έναν αιώνα.
03
γη που αποκτήθηκε βάσει του νόμου για homestead, εκχώρηση γης
land obtained from U.S. public lands by filing a claim and living on and cultivating it according to homestead law
Παραδείγματα
Settlers moved west to claim a homestead under the Homestead Act.
Οι άποικοι μετακινήθηκαν δυτικά για να διεκδικήσουν μια αγροικία βάσει του Homestead Act.
to homestead
01
εγκαθίσταμαι, αποικίζω
to settle on a piece of land with the intent of establishing a permanent residence, often under a government-granted right
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
homestead
γ΄ ενικό πρόσωπο
homesteads
ενεστώτα μετοχή
homesteading
απλός αόριστος
homesteaded
παθητική μετοχή
homesteaded
Παραδείγματα
They decided to homestead in the remote valley, building a cabin and farming the land.
Αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην απομακρυσμένη κοιλάδα, χτίζοντας μια καλύβα και καλλιεργώντας τη γη.



























