Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
homegrown
01
τοπικός, καλλιεργημένος τοπικά
referring to something that is native, locally produced, or originating from one's own country or region
Παραδείγματα
The dish features ingredients that are entirely homegrown.
Το πιάτο περιλαμβάνει συστατικά που είναι εξ ολοκλήρου σπιτικά.
Λεξικό Δέντρο
homegrown
home
grown



























