Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homeboy
01
φίλος, φίλος από τη γειτονιά
a male friend from one's neighborhood or social circle
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
homeboys
αρσενικό ενικό
homeboy
θηλυκό ενικό
homegirl
neutral form
friend
Παραδείγματα
That's my homeboy from back in high school.
Αυτός είναι ο φίλος μου από το λύκειο.
02
μέλος συμμορίας, φίλος της γειτονιάς
a male member of a youth gang or street group
Παραδείγματα
He became a homeboy to protect his neighborhood.
Έγινε homeboy για να προστατεύσει τη γειτονιά του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
homeboy
home
boy



























