homebound
home
ˈhəʊm
χεουμ
bound
baʊnd
μπαουνντ
housebound

Ορισμός και σημασία του "homebound"στα αγγλικά

01

πρόσωπο περιορισμένο στο σπίτι, πρόσωπο με περιορισμένη κινητικότητα

a person who is unable or restricted from leaving their home, typically due to physical, medical, or other circumstances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homebounds
Παραδείγματα
The program delivers meals to the homebound in the community. 

Το πρόγραμμα παρέχει γεύματα στους καθηλωμένους στο σπίτι στην κοινότητα.

01

περιορισμένος στο σπίτι, κλινήρης

confined usually by illness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homebound
συγκριτικός βαθμός
more homebound
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, mobility, lifestyle

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

homebound

home

+

bound

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store