Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hologram
01
ολόγραμμα, ολογραφική εικόνα
a special type of photograph that produces a three-dimensional image by the use of a split coherent beam of light, such as a laser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holograms



























