holophrasis
ho
ho
loph
ˈlɒf
lof
ra
sis
sɪs
sis

Ορισμός και σημασία του "holophrasis"στα αγγλικά

01

ολοφρασία, ολοφραστική έκφραση

(linguistics) the prelinguistic practice of expressing a whole idea in a single word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holophrases
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store