Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to holler
01
φωνάζω, κραυγάζω
shout out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
holler
γ΄ ενικό πρόσωπο
hollers
ενεστώτα μετοχή
hollering
απλός αόριστος
hollered
παθητική μετοχή
hollered
02
φωνάζω, κραυγάζω
utter a sudden loud cry
03
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
complain
Holler
01
κραυγή, ουρλιαχτό
a very loud utterance (like the sound of an animal)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hollers
02
στενή κοιλάδα, λαγκάδι
(Southern US) a small, narrow valley, often between hills or mountains
αργκό
Παραδείγματα
He grew up in a holler in West Virginia.
Μεγάλωσε σε μια λαγκαδιά στη Δυτική Βιρτζίνια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hollering
holler



























