Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hog
01
γουρούνι, χοίρος
a domestic pig that is kept for its meat
Dialect
American
Παραδείγματα
The hog squealed when it was fed its favorite treats.
Ο γουρούνι τσίριξε όταν του δόθηκαν τα αγαπημένα του λιχουδιές.
02
αδηφάγος, εγωιστής
a person who is excessively greedy or selfish
03
αρνί, προβατάκι
a young sheep, less than one year old
Παραδείγματα
Hogs require protection from predators.
Τα αρνιά απαιτούν προστασία από θηρευτές.
to hog
01
κατασχέω, μονοπωλώ
to take or use something selfishly or greedily
Λεξικό Δέντρο
hoggish
hog



























