Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hobby
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobbies
Παραδείγματα
They enjoy hiking and exploring nature as a hobby.
Απολαμβάνουν την πεζοπορία και την εξερεύνηση της φύσης ως χόμπι.
02
αλογάκι κουνιστό, κουνιστό άλογο
a child's plaything consisting of an imitation horse mounted on rockers; the child straddles it and pretends to ride
03
χόμπι, γεράκι χόμπι
a small falcon known for its agile flight, remarkable hunting skills, and distinctive appearance
Λεξικό Δέντρο
hobbyism
hobbyist
hobby



























