to hobble
Pronunciation
/ˈhɑbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "hobble"στα αγγλικά

to hobble
01

κουτσαίνω, περπατώ με δυσκολία

to walk unsteadily or clumsily due to sustaining injuries or physical limitations
to hobble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
hobbles
ενεστώτα μετοχή
hobbling
απλός αόριστος
hobbled
παθητική μετοχή
hobbled
02

περιορίζω, περιπλέκω

to restrict or complicate development, success, or actions
Παραδείγματα
The sudden budget cuts hobbled the team ’s efforts to complete the campaign on time.
Οι αιφνίδιες περικοπές του προϋπολογισμού εμπόδισαν τις προσπάθειες της ομάδας να ολοκληρώσει την καμπάνια εγκαίρως.
03

δένομαι τα πόδια, πεδώνω

strap the foreleg and hind leg together on each side (of a horse) in order to keep the legs on the same side moving in unison
01

κουτσαίνω, κουτσό βάδισμα

the act of walking with difficulty or a pronounced limp due to pain, stiffness, or impairment in the legs or feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobbles
Παραδείγματα
The soccer player 's hobble was evident after hurting his foot on the field.
Το κουτσό του ποδοσφαιριστή ήταν εμφανές αφού χτύπησε το πόδι του στο γήπεδο.

Λεξικό Δέντρο

hobbler
hobble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store