Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hobble
01
κουτσαίνω, περπατώ με δυσκολία
to walk unsteadily or clumsily due to sustaining injuries or physical limitations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
hobbles
ενεστώτα μετοχή
hobbling
απλός αόριστος
hobbled
παθητική μετοχή
hobbled
02
περιορίζω, περιπλέκω
to restrict or complicate development, success, or actions
Παραδείγματα
The new regulations hobble the company’s ability to innovate.
Οι νέοι κανονισμοί περιορίζουν την ικανότητα της εταιρείας να καινοτομεί.
03
δένομαι τα πόδια, πεδώνω
strap the foreleg and hind leg together on each side (of a horse) in order to keep the legs on the same side moving in unison
Hobble
01
κουτσαίνω, κουτσό βάδισμα
the act of walking with difficulty or a pronounced limp due to pain, stiffness, or impairment in the legs or feet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hobbles
Παραδείγματα
His hobble was evident after he hurt his foot playing soccer.
Το κουτσαίνεμα του ήταν εμφανές αφού τραυματίστηκε στο πόδι παίζοντας ποδόσφαιρο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hobbler
hobble



























