histamine
his
ˈhɪs
his
ta
mine
mi:n
min
histidine

Ορισμός και σημασία του "histamine"στα αγγλικά

01

ισταμίνη

a compound released by cells in response to injury, allergy, or immune reactions, causing inflammation, itching, and other allergy symptoms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
histamines
Παραδείγματα
Antihistamines are commonly used to relieve symptoms of allergic reactions by blocking histamine receptors. 

Τα αντιισταμινικά χρησιμοποιούνται συνήθως για την ανακούφιση των συμπτωμάτων αλλεργικών αντιδράσεων με το μπλοκάρισμα των υποδοχέων της ισταμίνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antihistamine
histamine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store