Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hissing
01
σφύριγμα, σύριγμα
the act or sound of producing a prolonged and fricative noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hissings
Παραδείγματα
The hissing of the steam escaping from the teapot signaled that the water was ready.
Το σφύριγμα του ατμού που διέφευγε από την κατσαρόλα σήμανε ότι το νερό ήταν έτοιμο.
Λεξικό Δέντρο
hissing
hiss



























