hissing
hi
ˈhɪ
χι
ssing
sɪng
σινγκ
pissingkissingmissing

Ορισμός και σημασία του "hissing"στα αγγλικά

01

σφύριγμα, σύριγμα

the act or sound of producing a prolonged and fricative noise 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hissings
Παραδείγματα
The hissing of the steam escaping from the teapot signaled that the water was ready. 

Το σφύριγμα του ατμού που διέφευγε από την κατσαρόλα σήμανε ότι το νερό ήταν έτοιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hissing
hiss
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store