Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hinge
01
αρμός, μπούλων
a type of joint that connects two objects and allows them to rotate or swing, typically used to attach a door, gate, or lid to its frame
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hinges
02
άξονας, κρίσιμος παράγοντας
an important or crucial factor that determines what happens next or how things will turn out
Παραδείγματα
A single hinge in the investigation could have changed the outcome entirely.
Ένας μόνο κρίσιμος παράγοντας στην έρευνα θα μπορούσε να αλλάξει τελείως το αποτέλεσμα.
03
αρμός, μάνταλο
a hardware component that connects the doors to the cabinet box, allowing them to swing open and closed
to hinge
01
συνδέω με μεντεσέ, προσαρμόζω με μεντεσέ
attach with a hinge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinges
ενεστώτα μετοχή
hinging
απλός αόριστος
hinged
παθητική μετοχή
hinged



























