Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hillock
01
λόφος, μικρό βουνό
a small, rounded mound or hill, typically found in a landscape with gently rolling terrain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hillocks
Παραδείγματα
The children loved playing on the hillock in the park, rolling down its grassy slopes.
Τα παιδιά αγαπούσαν να παίζουν στον λόφο στο πάρκο, κυλιόμενα κάτω από τις χλοερά πλαγιές του.



























