hillock
hi
ˈhɪ
hi
llock
lək
lēk
pillock

Ορισμός και σημασία του "hillock"στα αγγλικά

01

λόφος, μικρό βουνό

a small, rounded mound or hill, typically found in a landscape with gently rolling terrain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hillocks
Παραδείγματα
The children loved playing on the hillock in the park, rolling down its grassy slopes. 

Τα παιδιά αγαπούσαν να παίζουν στον λόφο στο πάρκο, κυλιόμενα κάτω από τις χλοερά πλαγιές του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store