Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hilum
01
πύλη, σημείο εισόδου ή εξόδου σε ένα όργανο
the entrance or exit point on an organ where blood vessels, nerves, and other structures are connected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hila
02
το ίλο, η ουλή του σπόρου
the scar on certain seeds marking its point of attachment to the funicle



























