hill
hill
hɪl
hil
jillwillacylsill

Ορισμός και σημασία του "hill"στα αγγλικά

01

λόφος, βουνάκι

a naturally raised area of land that is higher than the land around it, often with a round shape 
hill definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hills
Παραδείγματα
From the top of the hill, you can see the whole city. 

Από την κορυφή του λόφου, μπορείτε να δείτε ολόκληρη την πόλη.

02

λόφος, ανάχωμα

structure consisting of an artificial heap or bank usually of earth or stones 
03

λόφος, ύψωμα

(baseball) the slight elevation on which the pitcher stands 
to hill
01

σχηματίζω λόφο, σωρεύω

form into a hill 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hill
γ΄ ενικό πρόσωπο
hills
ενεστώτα μετοχή
hilling
απλός αόριστος
hilled
παθητική μετοχή
hilled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store