hiker
hi
ˈhaɪ
hai
ker
hirer

Ορισμός και σημασία του "hiker"στα αγγλικά

01

πεζοπόρος, ορειβάτης

someone who walks a lengthy path in the country in order to have fun or exercise 
hiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hikers

Λεξικό Δέντρο

hiker
hike
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store