hike
hike
haɪk
haik
dikekikeliketyke

Ορισμός και σημασία του "hike"στα αγγλικά

01

περιπάτημα, πεζοπορία

a long walk often in the countryside for pleasure or as an exercise 
hike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hikes
02

αύξηση, προσαύξηση

the amount a salary is increased 
03

αύξηση, ύψωση

an increase in cost 
to hike
01

κάνω πεζοπορία, περπατώ στην ύπαιθρο

to take a long walk in the countryside or mountains for exercise or pleasure 
Intransitive: to hike | to hike somewhere
to hike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hike
γ΄ ενικό πρόσωπο
hikes
ενεστώτα μετοχή
hiking
απλός αόριστος
hiked
παθητική μετοχή
hiked
Παραδείγματα
They hike together every Sunday morning. 

Κάνουν πεζοπορία μαζί κάθε Κυριακή πρωί.

02

αυξάνω, υψώνω

to raise or increase something, such as prices, rates, or levels 
Transitive: to hike the rate or level of something
Παραδείγματα
The company decided to hike the prices of its products due to increased production costs. 

Η εταιρεία αποφάσισε να αυξήσει τις τιμές των προϊόντων της λόγω της αύξησης του κόστους παραγωγής.

01

Εμπρός, Πάμε

used in dog training, particularly in obedience training or when teaching a dog to walk or run alongside its handler 
Παραδείγματα
Hike, Max! Let's pick up the pace. 

Hike, Max! Έλα, ας αυξήσουμε τον ρυθμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store