Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hijack
01
απαγάγω, καταλαμβάνω
to forcefully take control of a vehicle, like an airplane, often to take hostages or change its course
Transitive: to hijack a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hijack
γ΄ ενικό πρόσωπο
hijacks
ενεστώτα μετοχή
hijacking
απλός αόριστος
hijacked
παθητική μετοχή
hijacked
Παραδείγματα
Over the years, criminals have occasionally hijacked vehicles for ransom.
Με τα χρόνια, οι εγκληματίες έχουν περιστασιακά απαγάγει οχήματα για λύτρα.
02
απαγάγω, χακάρω
to take control of something and use it for a new purpose
Transitive: to hijack sth
Παραδείγματα
The government accused the group of trying to hijack the political system.
Η κυβέρνηση κατηγόρησε την ομάδα ότι προσπάθησε να απαγάγει το πολιτικό σύστημα.
Hijack
01
απαγωγή, πειρατεία
the unlawful seizure of a vehicle in transit, usually to rob it or force it to change course
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hijacks
Παραδείγματα
The movie depicts a dramatic train hijack.
Η ταινία απεικονίζει μια δραματική αεροπειρατεία τρένου.
Λεξικό Δέντρο
hijacker
hijacking
hijack



























