Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hijack
01
απαγάγω, καταλαμβάνω
to forcefully take control of a vehicle, like an airplane, often to take hostages or change its course
Transitive: to hijack a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hijack
γ΄ ενικό πρόσωπο
hijacks
ενεστώτα μετοχή
hijacking
απλός αόριστος
hijacked
παθητική μετοχή
hijacked
Παραδείγματα
Pirates tried to hijack the cargo ship, hoping to steal valuable goods for resale.
Οι πειρατές προσπάθησαν να απαγάγουν το φορτηγό πλοίο, ελπίζοντας να κλέψουν πολύτιμα αγαθά για επαναπώληση.
02
απαγάγω, χακάρω
to take control of something and use it for a new purpose
Transitive: to hijack sth
Παραδείγματα
The hackers hijacked the website and turned it into a platform for their own messages.
Οι χάκερς απήγαγαν τον ιστότοπο και τον μετέτρεψαν σε πλατφόρμα για τα δικά τους μηνύματα.
Hijack
01
απαγωγή, πειρατεία
the unlawful seizure of a vehicle in transit, usually to rob it or force it to change course
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hijacks
Παραδείγματα
The hijack of the plane lasted for several tense hours.
Η αεροπειρατεία του αεροπλάνου διήρκεσε αρκετές τεταμένες ώρες.
Λεξικό Δέντρο
hijacker
hijacking
hijack



























