highway
high
ˈhaɪ
hai
way
weɪ
vei
skywayflywaybyway

Ορισμός και σημασία του "highway"στα αγγλικά

01

αυτοκινητόδρομος, εθνική οδός

any major public road that connects cities or towns 
Dialectamerican flagAmerican
highway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
highways
Παραδείγματα
They traveled on the highway to reach their destination quickly. 

Ταξίδεψαν στον αυτοκινητόδρομο για να φτάσουν γρήγορα στον προορισμό τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store